Νοέμβριος 20, 2009

Οδηγίες προς Aμετανόητους


Σε τόπο χλοερό, ευάερο κ ευήλιο
Εκεί, πήγαινε να το θάψεις.
Αλλά προσεκτικά,
Να μην αφήσεις τίποτα απ αυτό να προεξέχει
και μη βιαστείς ,
Mα δες,
πριν την ταφή
αν ανασαίνει.
Διπλά να είσαι σίγουρος
πως είναι πεθαμένο.
Γιατί αν έστω μέσα του,
λίγη ζωή κρατάει
αυτό θα βρει τη δύναμη
Θα ‘ρθει να σε γυρέψει.
Και τότε,
αλίμονό σου κακομοίρη.
Κι ούτε μνημόσυνα και χρόνους και σαράντα,
μήτε καφέδες.
Σταυρός κανένας.
Ξέχνα το μέρος της ταφής και
άφησε το χρόνο,
λουλούδια να φυτρώσει.
Να ‘ρχονται οι περιπατητές να λένε ..
- Είναι ωραία εδώ ,
Ας στρώσουμε να φάμε …



Νοέμβριος 17, 2009

Α-στερητικόν


Λαίμαργη που είναι η Απουσία.
Χρονοβόρα.
Τόσες παρθένες λέξεις,
θυσία στο βωμό της στέρησής της.





Νοέμβριος 13, 2009

Συντελεστής Αποδόμησης


Ομολογουμένως υπήρξαμε.
'Οσα αδιάσειστα πειστήρια κι αν αφανίσουμε.
Τα εισιτήρια , τα δρομολόγια,
τους πληρωμένους λογαριασμούς των τηλεφωνικών μας συνδιαλέξεων...λέξεων....
Τα ίχνη στα καθίσματα, τις στάχτες στα τασάκια που τις πήρε ο άνεμος,
τα αποτσίγαρα που πετάξαμε στα σκουπίδια
και πέρασε το απορριμματοφόρο και τα μάζεψε.
Τα πιάτα που έπλυνε ο λαντζιέρης στην ταβέρνα
και τα απομεινάρια που έγλειψε το γατομάνι στην πίσω μάντρα.
Την σκόνη απ' τα λάστιχα του αυτοκινήτου την ώρα που ξεκινούσε,
τα μάτια που μας είδαν και έπειτα γύρισαν το βλέμμα και που δεν τα προσέξαμε.
Ο σκύλος που σήκωσε το κεφάλι και μας γάβγισε κι ύστερα σώπασε στη γωνία του.
Όλα κρατήσανε λίγο απ το πέρασμά μας και χωρίς να νιώθουν
την βαρύτητα των τετελεσμένων, συνέχισαν..
Τα εισιτήρια θα ξαναβγούν, θα ανακοινωθούν νέα δρομολόγια,
θα έρθουν πάλι λογαριασμοί να λογαριάσουμε και συνδιαλέξεις λέξεων…έξεων..
Τα καθίσματα θα νιώσουν νέα βάρη, τα τασάκια θα γεμίσουν πάλι με στάχτες
που θα τις πάρει ξανά ο άνεμος
και το απορριμματοφόρο θα συνεχίσει να μαζεύει τα σκουπίδια μας…τα ίδια μας..






Νοέμβριος 10, 2009

Ατομικές Αντιδράσεις


Γύριζε από την δουλειά και κλεινόταν με τις ώρες στο πίσω δωμάτιο, παρέα με τα πειράματα και τις σημειώσεις του. Ανακάτευε τα χρωματιστά υγρά που τα είχε κλεισμένα σε μικρά διαφανή, λευκά, πράσινα ή και καφετιά μπουκαλάκια, σταματώντας που και που για να ορνιθογράψει κάποιες νέες παρατηρήσεις. Όταν τελείωνε, παράχωνε τα κιτάπια σε μυστικά συρτάρια και κλείδωνε πίσω του προσεκτικά την πόρτα, μην τυχόν και του κλέψουν τις πολύτιμες συνταγές.

Έλεγε πως είχε βρει το ελιξίριο της νεότητας ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων , οπωσδήποτε σπουδαίο, αλλά σκόνταφτε ακόμα σε κάτι λεπτομέρειες για την τελειοποίησή του. Οι άλλοι άκουγαν αυτά που άφηνε να του ξεφύγουν μέσα από γριφώδη μισόλογα και κρυφογελούσαν αναμεταξύ τους . Τον είχαν πλέον για γραφικό. Κανείς τους δεν τον πίστευε αφού οι ρυτίδες που του αυλάκωναν το πρόσωπο όλο και πλήθαιναν σε έκταση όσο και σε βάθος.

Να το πάρεις του έλεγαν, να δούμε τα αποτελέσματα. Αυτός κουνούσε το κεφάλι και σταματούσε μαχαίρι την όποια συζήτηση με τον κάθε άσχετο που αμφισβητούσε τις χρόνιες μελέτες του και επιβουλεύονταν τις σοφές του αλχημείες. Τότε τους παρατούσε σύξυλους και αφού πλήρωνε το μερίδιο του στο ρεφενέ, τους γύριζε την πλάτη και έφευγε.

Σιγά-σιγά ξέκοψε και από τις λιγοστές παρέες που καταδέχονταν να συναναστραφεί , και αυτό κυρίως εις ανάμνηση παλαιότερων ένδοξων εποχών χωρίς αυτές να σημαίνουν και τίποτα.

Παράτησε και τη δουλειά που την θεωρούσε καθαρό χάσιμο χρόνου και παρέμενε , νυχθημερόν πλέον, κλειδωμένος στο δωμάτιο, σκυμμένος με τις ώρες πάνω από τα φιαλίδια, τους δοκιμαστικούς σωλήνες και τα καμινέτα, περιτριγυρισμένος από ένα απίστευτο χαρτομάνι διπλο-τριπλο διορθωμένων σημειώσεων. Τώρα πια, δούλευε πυρετωδώς. Ψευτότρωγε, ίσα για να μην πεθάνει. Εγκατέλειψε και τα ανθρώπινα ωράρια που του ήταν εντελώς αδιάφορα. Κοιμόταν και ξυπνούσε ακολουθώντας πιστά τις εμπνεύσεις του. Ένιωθε πως όπου να ‘ναι θα έφτανε στην τελική λύση και τότε…

Και σαν ήρθε η στιγμή που τα γράμματα και οι λογαριασμοί άρχισαν να μην χωράνε στο γραμματοκιβώτιο και τα διάφορα έντυπα να πληθαίνουν έξω από την πόρτα του ισόγειου διαμερίσματός του, έχοντας μετατρέψει τον αρχικό σωρό, από λοφάκι σε ολάκερο βουνό, αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να τον διακόψουν..

Όταν μετά από προσπάθεια κατάφεραν να ανοίξουν, συνεπαρμένοι όσο και μουδιασμένοι μπροστά στην ιδέα για αυτό που ίσως αντίκριζαν, δεν βρήκαν παρά ένα σπίτι παρατημένο και αυτόν φευγάτο.

Η πόρτα του δωματίου που ως συνήθως παρέμενε διπλά κλειδωμένη , έστεκε ορθάνοιχτη. Στην σβησμένη σόμπα που κάποτε ζέσταινε τον χώρο και που τώρα έχασκε το άνοιγμά της , δεν βρήκαν παρά μόνο υπολείμματα καμένου χαρτιού με στοίβα τα αποκαΐδια ενώ ένα πλήθος από πολύχρωμα μπουκαλάκια έχοντας σωθεί από το μυστηριώδες περιεχόμενό τους, στόλιζαν αναποδογυρισμένα την φθαρμένη μπανιέρα ..

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μην καταλαβαίνοντας τι μπορεί να είχε συμβεί, πλάθοντας ο καθένας νοερά και αυθόρμητα την δική του πιθανή εκδοχή. Κάποιοι κοίταξαν αφηρημένα τους τοίχους, ή ξεφύλλιζαν μηχανικά κάποιο παραπεταμένο βιβλίο. Μας την έφερε, σκέφτηκαν .

Μόνο κάποιος ένοικος του πάνω ορόφου, μέσα στην όλη φασαρία, θυμήθηκε πως, πολύ αργά μετά τα μεσάνυχτα κάποιας νύχτας, μιάς λησμονημένης, από τα καθημερινά, ημερομηνίας –χθες , ίσως προχθές, μπορεί να ‘χει και καμιά βδομάδα- πήρε το αυτί του ένα αυτοκίνητο να σταματά μπροστά στο σπίτι και με αναμμένη τη μηχανή να περιμένει. Από την βαριά πόρτα της εισόδου που μισάνοιξε, βγήκε ένας άντρας που βιαστικά επιβιβάστηκε. Στην αρχή του φάνηκε σαν γνώριμη η περπατησιά, μόνο που αυτός έδειχνε αρκετά νεότερος.. Όχι, δεν μπορεί να ήταν αυτός.. Σίγουρα επρόκειτο για κάποιον που δεν είχε ξαναδεί αλλά που ούτε και επρόκειτο …




Νοέμβριος 07, 2009

Εφαρμογές


Διάβασες τους μεγάλους φιλοσόφους.
Πιστά τους αποστήθισες.
Φτάνει !
Τέλος με τα πειράματα
σε αποστειρωμένα εργαστήρια
μ’ άσπρες ποδιές και γαντοφορεμένα χέρια
υπό συνθήκες ελεγχόμενες.
Να κλείσουν τα βιβλία!
Στην άκρη οι σημειώσεις!
Και αν ξενύχτησες συντάσσοντας
τίποτα ύποπτα σκονάκια ..Αδίκως!
Σου το λέω.. Δεν περνάνε.
Ώρα για πρακτική εξάσκηση
Εδώ θα φτύσεις αίμα
Θελήματα θα κάνεις
θα τρέχεις πάνω κάτω.
Οκτάωρα, Αργίες και άδειες, όλα να τα ξεχάσεις.
Σήκωσε τα μανίκια κι ετοιμάσου
τον κώλο σου να στρώσεις.
Την έβαψες, δικέ μου!
Δεν τόξερες, μα τώρα θα το μάθεις..
Θέλει πολλή δουλειά
τη μοίρα σου ν’ αλλάξεις.
Να βρεις το μέρος που πονά
Όχι να το γιατρέψεις,
Ούτε να το χαϊδέψεις,
Αυτά είναι γιατροσόφια.
Αυτό που ακίνητο κοιμάται βολεμένο
Δείχνει υγιές… Μη σε γελά
Τρέφει τις αυταπάτες
Μοιάζει σημαντικό … Δεν είναι
Πάρε την τσάπα κι άρχισε
Έχεις βαθιά να σκάψεις
Κόκαλο να χτυπήσεις
Αν είσαι τυχερός…
γιατί αλλιώς..
απλά μόνο θα σκάβεις..





(Paul Celan) “Ήταν χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν ..”




Νοέμβριος 05, 2009

On time


Δεν με περίμενες κι όμως ήρθα
Να σου τσακίσω τις ελπίδες
και να σε σπρώξω στον πάτο
που δεν λες να πιάσεις.
Γιατί αργείς γαντζωμένος ?
Δεν βλέπεις πως η σωτηρία σου είναι εκεί κάτω?
Εκεί το έδαφος είναι στέρεο.





Νοέμβριος 03, 2009

Παρασπονδίες


Έκανε δίαιτα αλλά κιλά δεν έχανε. Υποπτευόταν νυχτερινές υπνοβασίες με ακούσια φαγοπότια, ειδικά δε όταν της ψιθύρισαν οι γείτονες πως από το υπνοδωμάτιο όπισθεν του διαχωριστικού τοιχίου ακούγονταν ολονύχτια ρεψίματα και ουχί βομβώδη ροχαλητά όπως θα ήταν και το αναμενόμενο.

Παρ όλο που συνέχισε να ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια όσο και φανατική επιμονή το καθημερινό της διαιτολόγιο, της φαινόταν ανεξήγητο όλο αυτό το σκουπιδαριό με τα ψιχουλιασμένα πιάτα και τις ανοιγμένες κονσέρβες που αντίκριζε τα πρωινά πάνω στο ασυμμάζευτο τραπέζι όταν πήγαινε να ετοιμάσει τον καφέ της, συνοδευόμενο από την μία και μόνη μαύρη φέτα του τοστ όπως της υποδείκνυε ο σοφός διατροφολόγος.

Στο μεταξύ η ζυγαριά όχι απλά επέμεινε να δείχνει το ίδιο ασήκωτο βάρος αλλά αντιθέτως, καταμαρτυρούσε σοβαρές διατροφικές ατασθαλίες σε συχνή επανάληψη.

Αγόρασε μια βαριά αλυσίδα με κλειδαριά και το βράδυ πριν ξαπλώσει, αφού έκρυψε όλα τα φαγητά, την πέρασε γύρω από την πόρτα του ψυγείου ώστε να την ασφαλίσει. Την επομένη οι γείτονες παραπονέθηκαν για περίεργους θορύβους και ύποπτα τριξίματα αλυσίδας..

Τρομοκρατημένη αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα. Μάζεψε όλες τις ντερλικατέσεν λιχουδιές σε μια μαύρη σακούλα και για να διασφαλίσει την βεβαιότητα της πλήρους απουσίας γευστικών πειρασμών, κατέβηκε άρον άρον, με τις παντόφλες και το νυχτικό, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα στον κοντινότερο σκουπιδοτενεκέ και αφού νευρικά τα παράχωσε, έκλεισε βιαστικά το καπάκι. Κοιτώντας δεξιά αριστερά, σαν τον συνήθη ύποπτο όπου δεκάδες μάτια καταγράφουν τις κινήσεις του, έτρεξε να χωθεί στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Ανακουφισμένη έσβησε το πορτατίφ και ήσυχη αποκοιμήθηκε.

Την επόμενη μέρα ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλα για να φωτίσει το δωμάτιο πρόσεξε τους γείτονες μαζεμένους στους απέναντι κάδους με όλα τα σκουπίδια ριγμένα έξω, να γυροφέρνουν βόλτα στα πεζοδρόμια. Κρύφτηκε βιαστικά πίσω από τις κουρτίνες και ευχήθηκε να μην την είχε πάρει το μάτι κανενός.

Ανατρίχιασε στη σκέψη του τι μπορεί να είχε προηγηθεί το προηγούμενο βράδυ και που δεν είχε καμία ανάμνηση.

Της ήταν πλέον αδύνατο να κατανοήσει το παράλογο του πράγματος. Φοβισμένη για την ψυχική της υγεία και την πνευματική της διαύγεια πήρε την μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις επιπλέον αγορές αποθεμάτων. Θα αγόραζε μόνο τα άκρως απαραίτητα για την κάθε μέρα.

Δεν πέρασε πολύς καιρός που την βρήκαν ένα πρωινό τουμπανιασμένη, ξαπλωμένη δίπλα στα ψυγεία του απέναντι σούπερ μάρκετ, παρέα με τα τυριά και τα σαλάμια. Το στόμα της ήταν μπουκωμένο ενώ ξεραμένα λογής σορόπια διαγράφοντας χρωματιστά ποτάμια κατέληγαν στο πάτωμα. Γύρω από τον πρησμένο όγκο του σώματός της κείτονταν διάσπαρτα ανοιγμένα κεσεδάκια με χτυπητές και ρώσικες σαλάτες με τα ψωμιά βουτηγμένα και παρατημένα μισοφάγωτα. Οι υπάλληλοι όταν πήγαν να ανοίξουν το κατάστημα βρήκαν την πόρτα παραβιασμένη και τα τζάμια μισοσπασμένα. Παρ όλη την ησυχία της νύχτας κανείς δεν άκουσε το παραμικρό.

Έγινε το σχετικό σούσουρο με την αστυνομία και το ασθενοφόρο να διαλαλούν το κατεπείγον της παρουσίας τους, περιτριγυρισμένα από μπουλούκια γειτόνων και περαστικών που έσπευσαν να δουν και να μάθουν τα καθέκαστα. Το γεγονός καταγράφηκε ως το πλέον αξιοπερίεργο που είχε συμβεί ποτέ στην ήσυχη γειτονιά τους ενώ κουνώντας το κεφάλι μπροστά στο ανεξήγητο άρχισαν τις συζητήσεις γύρω από τις βλαβερές συνέπειες της δίαιτας..





Οκτώβριος 30, 2009

Ισχυρά Καταπότια


Κι ήρθε ένα παιδί ξυπόλητο εκεί που έτρωγε και τον εκοιτούσε.. και έμεινε με το πιρούνι στο χέρι και το στόμα αμήχανο να κοιτάζονται.. έκανε να συνεχίσει αλλά η μπουκιά δεν έλεγε να κατέβει .. έψαξε την τσέπη του για τίποτα ψιλά.. κάτι βρήκε και έκανε να του τα δώσει μήπως και το ξεφορτωθεί.. Το παιδί δεν κουνήθηκε παρά αμίλητο τον κοίταγε..

Θέλεις να φας ?.. κοίταξε το γεμάτο πιάτο του και ξανασήκωσε το κεφάλι στο μέρος του παιδιού αλλά αυτό είχε γίνει άφαντο.. Κοίταξε δεξιά - αριστερά αλλά πουθενά το παιδί...

Έφερε το δεξί του χέρι στο μέτωπο που είχε πάρει να ιδρώνει ... πάλι αυτές οι καταραμένες παραισθήσεις σκέφτηκε .. Ώρα είναι να μου εμφανιστεί τώρα και κανένας ανάπηρος, κανένας οικτρός μετανάστης ή και εγώ δεν ξέρω τι άλλο, γαμώ το κέρατό μου.. Να μην μπορώ να χαρώ τίποτα, ούτε ένα πιάτο φαΐ δεν μπορώ να απολαύσω πια με την ησυχία μου..

Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό, λευκό μπουκαλάκι και ζήτησε ένα ποτήρι νερό..



Οκτώβριος 27, 2009

Γκουρμεδιές


Δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η μαγειρική αν και είχε πέσει τελευταία στα χέρια του μια συνταγή που του φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και έβαλε σκοπό να τη δοκιμάσει. Ταίριαζε έξοχα με κυνήγι και αυτό ναι, ήταν κάτι που τον ενθουσίαζε.

Ζώστηκε τον οπλισμό, πήρε τις προμήθειές του και βγήκε στα απόκρυφα της πόλης τα σοκάκια. Ήξερε πως σε εκείνο το σημείο σύχναζαν κάτι πρώτης τάξεως καλοζωισμένα δίποδα. Λούφαξε σε μια γωνιά και αφού εντόπισε το θήραμα αφοσιώθηκε σε ολονύκτιο κυνηγητό με ευτυχή κατάληξη.

Ώρες αργότερα και καθώς φόρτωνε την γευστικά πολλά υποσχόμενη λεία του, με τα αίματα φρέσκα να στάζουν, ένιωσε απροσδόκητα χορτασμένος…




«Δεν υπάρχει καλύτερο κυνήγι από αυτό του ανθρώπου, και όσοι έχουν επί μακρόν κυνηγήσει οπλισμένους ανθρώπους και το ευχαριστήθηκαν, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν στη συνέχεια για τίποτα άλλο..» (Ε. Χέμινγκγουέι)





Οκτώβριος 26, 2009

Αιφνίδιες Αναχωρήσεις


Σπάνια να προγραμματίσει. Τα άφηνε όλα τελευταία στιγμή. Την ρωτούσες που θα πάει το καλοκαίρι και σου έλεγε είναι μακριά ακόμα το καλοκαίρι.. Ποτέ δεν ήξερε να σου πει τι θα κάνει ή που θα είναι σε μια βδομάδα ή ένα μήνα, για χρόνο ούτε λόγος, μόνο ανασήκωνε αδιάφορα τους ώμους με έναν μορφασμό άγνοιας .... Και εκεί που δεν το περίμενες, σου ανήγγειλε ξαφνικά ότι την επομένη έφευγε, πως τα είχε όλα κανονισμένα .. τακτοποιημένα μέσα στο κεφάλι της..

Έτρεμε η μάνα της τι νέο θα σκαρφιζόταν και πως ήταν κουτή και επιπόλαιη που δεν σκεφτόταν τα γεράματα και ένσημα δεν μάζευε και η ζωή είναι δύσκολη… Γύριζε και την κοιτούσε αμίλητη έτσι που η γυναίκα αναστέναζε με τέτοια κόρη που έχει και δεν τα βγάζει πέρα..

Μια φορά μόνο ανακοίνωσε ένα ταξίδι .. η αναχώρηση θα ήταν σε μερικές βδομάδες.. πολύς καιρός αναμονής γι αυτήν.. την έφαγε η αγωνία μην τυχόν και συμβεί κάτι και δεν θα το άντεχε…

Μια μέρα πριν φύγει, αφηρημένη όπως ήταν, διέσχισε τον δρόμο…



Οκτώβριος 23, 2009

ΠΡΟΣ(χ)ΗΜΑ

Συντεταγμένος σε Συναρτούμενη Συνάφεια, Συναγελάζεται.
Συνεργός μιας Συνάθροισης, κοινής Συνισταμένης Συντρόφων ομοϊδεατών,
Συνεισφέρει τον πενιχρό του οβολό Συνταυτιζόμενος .
Συνυπάρχει για να υπάρχει.
Συντονίζεται προς αποφυγήν τυχόν Συντριβής και Συνηγορεί υπέρ αδίκων, Συναλλασσόμενος υπόπτως κάθε λογής Συναπάντημα.
Συντηρεί Συνειδητά μια Συνοδεία Συνευωχούντων Συνεργατών με τα Συνακόλουθα οφέλη. Συναινετικός Συνθιασώτης μιας κατά τα άλλα Συνεπέστατης όσο και Συνένοχης Συντεχνίας.
Συνδιαλεγόμενος σε μια Συνεχή Συνθήκη αγνοεί πως Συνθλίβεται.
Συνελόντι ειπείν, Σύννομος …Μειοδότης …





Οκτώβριος 21, 2009

Φίλαυτον Πνεύμα


Σημαντική επιδείνωση παρουσίασε
η εκφορά του λόγου.
Πανικόβλητες οι σκέψεις
συνωστίζονται κατά την έξοδο.
Συνθλίβοντας η μία την άλλη,
πεθαίνουν από ασφυξία

Αλλόφρονες οι τραυματιοφορείς
ανασύρουν σωρούς νεκρά νοήματα..




Οκτώβριος 13, 2009

Χήρα βοηθείας..

Η κυρά Κατίνκα ήταν μια σιωπηλή γυναίκα , περασμένα για τα καλά τα εξήντα και μόνη.

Ένα παιδί είχε όλο κι όλο που το μεγάλωσε μονάχη με χίλιες δύο στερήσεις μην και του λείψει τίποτα. Το παιδί μεγάλωσε, προόδευσε και έφυγε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αμερική.
Μακρινή χώρα η Αμερική και πολλά υποσχόμενη για έναν νέο που μπορεί και θέλει να κατακτήσει τον κόσμο. Ρίζωσε εκεί το παιδί της και ξεκίνησε την νέα του ζωή. Μόνο κάτι φωτογραφίες της έστελνε που και που, πρώτα απ το πανεπιστήμιο, μετά με τους συναδέλφους στην πρώτη του δουλειά, μετά με την αγαπημένη του, γάμος, οικογένεια.. παιδιά.. κ.ο.κ.

Η κυρά Κατίνκα άνοιγε τα γράμματα , κοιτούσε λίγο τις φωτογραφίες και μετά τις έκλεινε σε ένα κουτί για να μην το ξανανοίξει παρά μόνο όταν ήθελε να θάψει τις καινούργιες που λάμβανε.

Δεν παραπονιόταν ποτέ και όταν της έλεγαν γιατί δεν πάει να μείνει μαζί του, αυτή κοιτώντας μακριά, σε ανεξιχνίαστο σημείο, έλεγε πως έτσι είναι η ζωή, ο καθένας πρέπει να ζει την δική του..

Ζούσε πλέον με την μικρή σύνταξη του μακαρίτη – της έφτανε και της περίσσευε..
Μια γειτόνισσα κάποια στιγμή της ανέφερε για μια οικογένεια που είχε την ατυχία να έχει κατάκοιτο άνθρωπο στο σπίτι και ήθελε ένα χέρι βοηθείας. Σκέφτηκε λίγο και δέχτηκε να δοκιμάσει. Έκτοτε άλλαξε πολλά σπίτια, περιποιήθηκε πολλούς κατάκοιτους που οι περισσότεροι τελείωσαν στα χέρια της. Είδαν πολλά τα μάτια της που ποτέ δεν ξεστόμισε σε κανέναν.
Νέους , ηλικιωμένους, γέροντες που κοιτούσαν το ταβάνι με απλανή βλέμμα ή και καθόλου. Τους έδινε τα φάρμακα, τους τάιζε και τους περιποιόνταν χωρίς την ανταμοιβή της ανταπόκρισης ούτε έστω για μια φορά..

Κάθε τέλος του μήνα, της έβαζαν σε έναν φάκελο το συμφωνημένο ποσό που το κατέθετε την επόμενη κιόλας μέρα στην κοντινότερη Τράπεζα. Αυτή ήταν και η μόνη της έξοδος.
Περνούσε πολλές ώρες αμίλητη δίπλα στον ασθενή κοιτώντας και παρατηρώντας την πλήρη ακινησία της διασωληνωμένης ζωής του. Η σιωπηλή ιδιοσυγκρασία της ταίριαζε απόλυτα με τα σπίτια που εξυπηρετούσε αφού οι περισσότεροι απέφευγαν να μένουν εκεί για πολύ, προφασιζόμενοι δουλειές και υποχρεώσεις. Οι επισκέψεις ήταν σπάνιες, έρχονταν, ρωτούσαν, κοιτούσαν για λίγο τον άτυχο κατάκοιτο και κουνώντας το κεφάλι έφευγαν για να τα πουν με τον οικοδεσπότη σε κάποιο άλλο δωμάτιο.

Οι μέρες περνούσαν μέσα στην ίδια καθημερινή επανάληψη των πολύ συγκεκριμένων καθηκόντων της, με τον ασθενή οριζοντιωμένο και την Κυρά Κατίνκα βυθισμένη στις σκέψεις της.
Ελάχιστη διαφορά υπήρχε ανάμεσα τους. Και οι δύο ανέμεναν παθητικά, στερημένοι από την πνοή της ενέργειας που δίνει ζωή και δύναμη για συνέχεια.

Μα κάποια μέρα, σαν να ξύπνησε από ένα ύπνο, η κυρά Κατίνκα πήρε την μεγάλη απόφαση και σημάδεψε νοερά την ημερομηνία για να μετρά τον χρόνο .
Σε δύο βδομάδες ο ασθενής αναπαύτηκε λίγο πριν το χάραμα. Ο γιατρός βεβαίωσε τον θάνατο και κοίταξε την κυρά Κατίνκα χωρίς επιπλέον ερωτήσεις, μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του και αποχώρησε .
Οι συγγενείς την ευχαρίστησαν κοιτώντας την αμίλητοι στα μάτια που γρήγορα κατέβασαν και η Κυρά Κατίνκα αφού μάζεψε τα λιγοστά πράγματά της, αναχώρησε για άλλα σπιτικά που την είχαν ανάγκη…





Οκτώβριος 10, 2009

Οπτικές ΑυτΑπάτες


Ήταν ο πιο άξεστος άνθρωπος που είχα γνωρίσει. Νταής και αγροίκος.

Όταν δεν είχε δρομολόγιο, άραζε στο ημιτελές μπαλκόνι του σπιτιού του, άπλωνε τα ποδάρια του και κάπνιζε αρειμανίως.. Η γυναίκα του μεγάλωνε τα δυο παιδιά τους και έτρεχε στα χωράφια πρωί βράδυ.. ανάσα δεν έπαιρνε…
Tον γούσταρε και τον αγαπούσε ταυτόχρονα.. που και που γινόταν βίαιος μέσα στα μεθύσια του, αλλά αυτό δεν με παραξένευε...ο καθένας βγάζει αυτό που έχει..
Άκουγε τα μικρά του αγόρια να βρίζουν και γελούσε, σίγουρος πως μεγαλώνει άνδρες…

-Ένα βράδυ θα σε πάρω να πάμε στο ποτάμι να ψαρέψουμε καραβίδες… Τι λες?
-Και δεν πάμε ? απάντησα

Στο ίσωμα του ποταμού , εκεί που τα νερά έδειχναν να ηρεμούν, έβγαλα το παντελόνι μην και το βρέξω, πήρα βιαστικά την απόχη και μπήκα να ψαρέψω. Ήμουν και παραμένω παντελώς άσχετη με το ψάρεμα.

-Άντε καλέ .. τι περιμένεις? του φώναξα .. Kοκαλωμένος κοιτούσε μ’ ανοιχτό το στόμα..

-Δεν είσαι για ψάρεμα απόψε .. καιρός να επιστρέψουμε και έσκυψε προς το μέρος μου … πήρα ένα τροχάδη που έχασα την μια μου παντόφλα, και ήταν και δανεική…

-Άφησε το παραθυρόφυλλο λάσκα και εγώ θα έρθω να σε συναντήσω …

Πριν κοιμηθώ, σφάλισα τα παντζούρια και μόνο αφού σιγουρεύτηκα πως έκλεισαν καλά, ξάπλωσα .. Μαύρος ύπνος… Τα χαράματα άκουσα θόρυβο και κάποιον να προσπαθεί να ανοίξει .. Επέμεινε λίγο αλλά είδε πως δεν τα κατάφερνε και εγκατέλειψε.. Μάζεψα το πρωί τα ρούχα μου, δικαιολογήθηκα στη γυναίκα του για μια βιαστική δουλειά και έφυγα με το πρώτο λεωφορείο για την πόλη..

Στο πορτοφόλι μου, όταν πήγα να βγάλω λεφτά για το εισιτήριο βρήκα ένα χαρτάκι διπλωμένο… είχε γράψει ένα ποίημα, ένα μικρό τετράστιχο για κάποιο ξωτικό πουλί και χρώματα ... Αυτός που δεν ήξερε καλά καλά να μιλάει…

Μου πήρε κάνα δυο τηλέφωνα που δεν απάντησα .. δεν τον ξανάδα…

Το χαρτάκι το έχω ακόμα…






Οκτώβριος 08, 2009

A tempo


Death may be the greatest of all human blessings.


Πάνε χιλιάδες χρόνια τώρα από την αποφράδα εκείνη μέρα που πήρα τη σκυτάλη της αθανασίας απ’ τον προκάτοχό μου.

Καταδικασμένος σε συνεχείς αναχωρήσεις, κρύβοντας τα σημάδια της νιότης - αποδείξεις μιας άδηλης συμφωνίας αιώνιας περιδιάβασης - γύρισα όλο τον κόσμο ολοκληρώνοντας τρεις ζωές μέχρι την επιστροφή στην αφετηρία και πάλι απ την αρχή…
Κουράστηκα να γεννιέμαι και να πεθαίνω κάθε εκατό χρόνια στη μνήμη των ανθρώπων … θυμάμαι περιστατικά και πρόσωπα που μείναν ζωντανά στη μνήμη μου να με παιδεύουν .. τους κουβαλώ όλους πάνω μου, αχθοφόρος πολλών ζωών, σαν να μην μου ‘φτανε το βάρος του δικού μου πεπρωμένου..
Ανάθεμα την ώρα που η ματαιοδοξία φούσκωσε στα σωθικά μου και δέχτηκα την μοίρα του γήινου παντεπόπτη, αλλά ήμουνα νέος και άμυαλος και δεν νοούσα σε τι μπελάδες μ’ έβαζα ….μου πήρε άπειρες ζωές – σταμάτησα να τις μετρώ – μέχρι να καταλάβω, και κάθε μέρα μετανιώνω .. αιώνες τώρα..

Μες στο αόρατο Βιβλίο της Άμμου* που δεν μπορείς να ξαναβρείς σελίδα, όσες φορές κι αν το γυρίσεις .. το ψάξεις.. μέσα - έξω, πίσω - μπρος, άλλες πετάγονται.. … αμέτρητος ο αριθμός σαν τις ζωές μου … Πώς να χωρέσει όλη η θλιβερή ανθρώπινη επανάληψη σε ένα βιβλίο.. Ποιος θα το κουβαλούσε … Ποια ράφια θα το φόρτωναν … Ο αναγνώστης θα λύγιζε σαν έβλεπε τον όγκο, … Κανείς δεν θα το άγγιζε, και κλειδωμένο θα έμενε σε υπόγεια να σαπίζει … Ποιο φωτεινό μυαλό σκαρφίστηκε ένα βιβλίο-ρουφήχτρα όπου όλα υπάρχουνε μα χάνονται όπως ποτέ να μην υπήρξαν .

Κι αν περιδιάβασα την οικουμένη όλη ίσαμε εξήντα ζωές , πάλι στα ίδια με έβρισκα που στην αρχή μου φαίνονταν καινούργια. Μα οι άνθρωποι παντού το ίδιο είναι, αλλάζει μόνο η φτιαξιά και το περπάτημά τους. Ακόμα και η γλώσσα τους, τους ίδιους ήχους βγάζει στο αυτί το ασκημένο. Κι αν επερπάτησα κοντά σε στρατηλάτες μ’ ασκέρια φωνακλάδικα , πάντα το ίδιο κοφτερό και βίαια τρυπούσε το μαχαίρι. Το αίμα το χυμένο παντού πηχτό και λασπωμένο φούσκωνε σε ποτάμια..

Κι αν κάθισα κοντά σε φιλοσόφους κι ακούμπησα τους άσπρους τους χιτώνες, τα ίδια λόγια άκουσα μ αυτά των γυμνοσόφων χαμένων μες στις αγορές που μύριζαν μπαχάρια .. Κουνούσα το κεφάλι μου και ίσα μες στα μάτια κοίταζα αυτά που αυτοί διαισθάνονταν, μα εγώ ήμουν σίγουρος κι αναρωτιόμουν, πως γίνεται μέσα σε μια ζωή ο άνθρωπος να ξέρει.

Και σε αυλές βασιλικές με έφερε η τύχη, να ξεπεζεύω άλογα, στάβλους να ξεκοπρίζω και το φαΐ το λιγοστό σε μέρη να χωρίζω. Κι ήτανε όλες οι αυλές το ίδιο καμωμένες, σκυφτές οι πλάτες πάντοτε στου αφέντη την κουβέντα. Μπροστά να υποκλίνονται μα πίσω του να φτύνουν.

Κοιμήθηκα στα άχυρα μα και σε μεταξένια, αφράτα κρεβατόγυρα που ύφαιναν κοπέλες. Μου πλένανε τα πόδια μου και με αρωματίζαν , τις συμβουλές μου άκουγαν σπουδαίοι αρχοντάδες.

Νύχτες πολλές περπάτησα γιατί με κυνηγούσαν εκείνοι που με γνώριζαν σε άλλες πολιτείες , δεν εγερνούσα, και αυτό ήταν η αιτία όπου με παρομοίαζαν ίδιο με δαίμονα που θα τους βοηθούσε στα καταχθόνια έργα τους ή που θα τους χαλούσε αυτά που εσκαρφίστηκαν σε πύργους κεκλιμένους ..

Στα κύματα βολόδερνα παρέα με κουρσάρους, πρώτος μέσα σε όλους, σπαθί ποτέ δεν με άγγιζε, ήμουν προφυλαγμένος να ζήσω άπειρες ζωές προτού να παραδώσω το αναίσχυντο μου μυστικό σ’ άφρονα νεανία.

Έμαθα πως τον δρόμο του αδύνατου αρκεί να περπατήσεις κι αμέσως θα βρεθούνε αυτοί που θα μισήσουνε το θάρρος που τους λείπει. Μα είναι και οι άλλοι όπου θα περπατήσουνε τον δρόμο της δικής τους αντοχής με αφοσίωση και βουλωμένα αφτιά από τα γιουχαΐσματα των αδυνάτων.

Κι είδα ανθρώπους συνετούς να χάνουν το μυαλό τους και αλόγιστα να ρίχνονται σε ανείπωτα αμαρτήματα.. την μια θεοί, την άλλη διάβολοι , αφού ο νους του ανθρώπου ίδιος λαβύρινθος , αλίμονο άμα τον περπατήσεις..

Θυμάμαι εκείνον τον Ινδό τοξότη που μια του σαϊτιά περνούσε σειρά τα δαχτυλίδια πως στάθηκε μπροστά στο βασιλιά τον τιμημένο αρνούμενος την τεχνική που είχε καιρό να ασκήσει.. ο θάνατος δεν μπόρεσε την γνώμη του ν’ αλλάξει γιατί η φήμη στέκει πιο δυνατή απ’ την ζωή την ίδια .. βουβοί κι αμίλητοι, κομμένη την ανάσα μπρος στην οργή του βασιλιά που ο σκλάβος θνητός έδειχνε να αψηφάει..

Και δεν μπορώ εκείνον να ξεχάσω που είδε το βιός του να το καταπίνει η φλόγα, να χάνει τα παιδιά και όλα αυτά που κάνουν έναν άνθρωπο ευτυχισμένο , ήρεμα τα μάτια να αποστρέφει και να μου λέει αδάκρυτα πως τίποτα δεν έχασε που ήτανε δικό του..

Προσφέρθηκα να βοηθήσω εκείνον που παράπαιε μέσα στην αγωνία μα ήταν μόνο η δική μου άποψη όταν αυτός μ αρνήθηκε και με σφιγμένο στόμα είπε πως δεν μπορεί με ευγνωμοσύνη ν αλυσοδέσει τη ζωή του και έπειτα στα μάτια μου αχάριστος να γίνει όπως και τόσοι άλλοι .. καλύτερα να τον θυμάμαι έτσι .. περήφανο και άδεχτο μέσα στη δυστυχία..

Είδα τα πλήθη ένθεα να δίνουν εξουσία σε βασιλείς και τύραννους μες σε ζητωκραυγές μετά από νίκες μα και από ήττες ολέθριες και έπειτα να εκλιπαρούν δικαιοσύνη … Είναι οι άνθρωποι τρελοί, αφού πρώτα οπλίσουν τον Έναν με τη δύναμη μετά να αποζητούνε αυτό που πρέπει εξ αρχής με σύνεση να δώσουν..

Έζησα άπειρες ζωές και έφτασα να λυπάμαι την άδικη τη μοίρα μου μέχρι να καταλάβω πως δεν είναι η επανάληψη ούτε οι ίδιοι δρόμοι που πάντοτε με έβρισκα αλλά σ’ αυτό που πρέπει την επανάληψη εγώ να μετατρέψω.. κι είναι βαρύ και δύσκολο και θέλει πολλή τέχνη μέσα από τα ίδια πάντοτε, κάπου αλλού να φτάνεις …

Ανακαλώ με περισσή αγάπη εκείνους τους εχθρούς μου που ήταν τόσο δυνατοί στην πίστη και στο μίσος .. ίσα και όμοια τους έχω με πρόσωπα αγαπημένα, γιατί αυτοί μου έδειξαν όσα οι φίλοι έκρυβαν από αγάπη παρεξηγημένη … σ αυτούς οφείλω τις άδηλες δυνάμεις μου που είχα μα δεν κατείχα..

Και την γριά γερόντισσα που όλοι την αποδιώχναν, μια νύχτα αφέγγαρη θυμάμαι που μασουλώντας ψίχουλα μου έλεγε .. να αμφιβάλλεις πάντα.. τίποτα όπως φαίνεται δεν είναι.. κι εγώ ακόμα, σκιά είμαι που χάνομαι στο πρώτο φως της μέρας …

Και είδα πράγματα πολλά που η εξαθλιωμένη νόηση σε έρποντες συνειρμούς δεν δύναται να αντέξει, αλλά το βλέμμα κοφτερό ξέρει να διακρίνει – μην το ξεχνάς αυτό – και η στιγμή θα φέρει να εμπιστευτείς τον άνθρωπο αυτόν που θα τον πουν άλλοι προδότη , μα εγώ γνωρίζω πως μέσα στα αμέτρητα τα χρόνια που περπάτησα τίποτα δεν υπάρχει πιότερο ανεκτίμητο από το απροσδιόριστο εκείνο, το ένστικτο όπου τολμά να παρακούει ό,τι είναι αναμενόμενο στα μάτια των ανθρώπων..

Κι αν στην αρχή μιλούσα και έλεγα δίχως να νοώ αφού η αθανασία ξύπνησε μίαν έπαρση που είχα καλά κρυμμένη, αλλά τα χρόνια πέρασαν και έμαθα να σωπαίνω και γνέφοντας χρόνο να δίνω στην ίδια τη ζωή τα λόγια της να πει..

Και δεν υπάρχει συνταγή μήτε ορισμός σ αυτό που λέγεται σοφία.. κι είναι η ζωή πολύ μικρή μα και μεγάλη να βρεις αυτό που θα σε τελειώσει ... εγώ ήμουνα ευτυχής να επιτείνω αλλά και δυστυχής γιατί κατάλαβα πως όσο κι αν έχεις δεν σου φτάνει και άνοα σπατάλησα μα δεν μπορώ να μην ευχαριστώ την μοίρα που όλα μου τα ‘δωσε πολλά αλλά με μέτρο χρόνου στην κάθε μια ζωή μου .. Ποια τάχα να ’ναι η ευδαιμονία..

Τώρα στην ύστατη στιγμή εκείνη την θυμάμαι που όσο κι αν πέρασε καιρός την μυρωδιά της έχω, και που και που γυρνάω το κεφάλι μην και την δω μπροστά μου όπως και τότε.. Μα αυτή θνητή και καταδικασμένη να αφήσει την ψυχούλα της να ενωθεί στο σύμπαν μα εγώ να τυραννιέμαι , σαν τρισκατάρατη ευχή τους κύκλους μου να κλείσω. Κι όταν αργά καμώνομαι πως ξαποσταίνω, την βλέπω σαν σε όνειρο να μου γλυκογελάει και έπειτα να χάνεται …Ζητάω να ξεχάσω ..

Πόσο αστείο θεέ μου, εγώ που διέτρεχα ζωές δεκάδες , να επιστρέφω πένητας όπως γεννήθηκα χωρίς καμιά περιουσία, εκατοντάδες μνήμες να δεσμεύω σε ένα βασίλειο νεκρό… τίποτα δεν υπάρχει εξόν από την ώρα … τώρα επιστρέφω..

Κι αν κάποτε τυχαία με συναντήσετε μες στο βαρύ της άμμου το Βιβλίο .. αμέσως να γυρίσετε σελίδα , σας το ζητώ σαν χάρη εγώ, που τίποτα δεν χάρισα … δεν θέλω να υπάρχω πια .. στη μνήμη κανενός…

…………………………………………………………………………………







• το βιβλίο της άμμου είναι ο τίτλος ενός μικρού μεν, πλήρους νοημάτων δε, διηγήματος του Χ. Λ. Μπόρχες..
• a tempo (μουσ.) είναι το σημείο για επάνοδο στον αρχικό χρόνο