Οκτωβρίου 13, 2009

Χήρα βοηθείας..

Η κυρά Κατίνκα ήταν μια σιωπηλή γυναίκα , περασμένα για τα καλά τα εξήντα και μόνη.

Ένα παιδί είχε όλο κι όλο που το μεγάλωσε μονάχη με χίλιες δύο στερήσεις μην και του λείψει τίποτα. Το παιδί μεγάλωσε, προόδευσε και έφυγε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αμερική.
Μακρινή χώρα η Αμερική και πολλά υποσχόμενη για έναν νέο που μπορεί και θέλει να κατακτήσει τον κόσμο. Ρίζωσε εκεί το παιδί της και ξεκίνησε την νέα του ζωή. Μόνο κάτι φωτογραφίες της έστελνε που και που, πρώτα απ το πανεπιστήμιο, μετά με τους συναδέλφους στην πρώτη του δουλειά, μετά με την αγαπημένη του, γάμος, οικογένεια.. παιδιά.. κ.ο.κ.

Η κυρά Κατίνκα άνοιγε τα γράμματα , κοιτούσε λίγο τις φωτογραφίες και μετά τις έκλεινε σε ένα κουτί για να μην το ξανανοίξει παρά μόνο όταν ήθελε να θάψει τις καινούργιες που λάμβανε.

Δεν παραπονιόταν ποτέ και όταν της έλεγαν γιατί δεν πάει να μείνει μαζί του, αυτή κοιτώντας μακριά, σε ανεξιχνίαστο σημείο, έλεγε πως έτσι είναι η ζωή, ο καθένας πρέπει να ζει την δική του..

Ζούσε πλέον με την μικρή σύνταξη του μακαρίτη – της έφτανε και της περίσσευε..
Μια γειτόνισσα κάποια στιγμή της ανέφερε για μια οικογένεια που είχε την ατυχία να έχει κατάκοιτο άνθρωπο στο σπίτι και ήθελε ένα χέρι βοηθείας. Σκέφτηκε λίγο και δέχτηκε να δοκιμάσει. Έκτοτε άλλαξε πολλά σπίτια, περιποιήθηκε πολλούς κατάκοιτους που οι περισσότεροι τελείωσαν στα χέρια της. Είδαν πολλά τα μάτια της που ποτέ δεν ξεστόμισε σε κανέναν.
Νέους , ηλικιωμένους, γέροντες που κοιτούσαν το ταβάνι με απλανή βλέμμα ή και καθόλου. Τους έδινε τα φάρμακα, τους τάιζε και τους περιποιόνταν χωρίς την ανταμοιβή της ανταπόκρισης ούτε έστω για μια φορά..

Κάθε τέλος του μήνα, της έβαζαν σε έναν φάκελο το συμφωνημένο ποσό που το κατέθετε την επόμενη κιόλας μέρα στην κοντινότερη Τράπεζα. Αυτή ήταν και η μόνη της έξοδος.
Περνούσε πολλές ώρες αμίλητη δίπλα στον ασθενή κοιτώντας και παρατηρώντας την πλήρη ακινησία της διασωληνωμένης ζωής του. Η σιωπηλή ιδιοσυγκρασία της ταίριαζε απόλυτα με τα σπίτια που εξυπηρετούσε αφού οι περισσότεροι απέφευγαν να μένουν εκεί για πολύ, προφασιζόμενοι δουλειές και υποχρεώσεις. Οι επισκέψεις ήταν σπάνιες, έρχονταν, ρωτούσαν, κοιτούσαν για λίγο τον άτυχο κατάκοιτο και κουνώντας το κεφάλι έφευγαν για να τα πουν με τον οικοδεσπότη σε κάποιο άλλο δωμάτιο.

Οι μέρες περνούσαν μέσα στην ίδια καθημερινή επανάληψη των πολύ συγκεκριμένων καθηκόντων της, με τον ασθενή οριζοντιωμένο και την Κυρά Κατίνκα βυθισμένη στις σκέψεις της.
Ελάχιστη διαφορά υπήρχε ανάμεσα τους. Και οι δύο ανέμεναν παθητικά, στερημένοι από την πνοή της ενέργειας που δίνει ζωή και δύναμη για συνέχεια.

Μα κάποια μέρα, σαν να ξύπνησε από ένα ύπνο, η κυρά Κατίνκα πήρε την μεγάλη απόφαση και σημάδεψε νοερά την ημερομηνία για να μετρά τον χρόνο .
Σε δύο βδομάδες ο ασθενής αναπαύτηκε λίγο πριν το χάραμα. Ο γιατρός βεβαίωσε τον θάνατο και κοίταξε την κυρά Κατίνκα χωρίς επιπλέον ερωτήσεις, μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του και αποχώρησε .
Οι συγγενείς την ευχαρίστησαν κοιτώντας την αμίλητοι στα μάτια που γρήγορα κατέβασαν και η Κυρά Κατίνκα αφού μάζεψε τα λιγοστά πράγματά της, αναχώρησε για άλλα σπιτικά που την είχαν ανάγκη…





Δεν υπάρχουν σχόλια: